γδέρνω
•
- αφαιρώ εξολοκλήρου το δέρμα από ένα νεκρό ζώο Βικιλεξικό
- προκαλώ με αιχμηρό αντικείμενο ένα γδάρσιμο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαίρνω πολλά χρήματα από κάποιον πουλώντας του κάτι σε υπερβολική τιμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γδέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐγδέρνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐκδέρω
Άλλοι τύποι
έγδαραγδάρθηκαγδέρνομαιγδαρμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →