γδύνω
•
- βγάζω τα ρούχα κάποιου, τον ξεντύνω Βικιλεξικό
- Εκεί μας έγδυσαν τελείως για να μας ψάξουνε. Όπως ήμασταν γδυτοί, μας ψάχνανε τα ρούχα. (Λάμπρος Τόκας, Τα παιδιά του Φλεβάρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- μεταφορικάκλέβω άνθρωπο ή χώρο Βικιλεξικό
- πουλάω κάτι σε υπερβολική τιμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γδύνω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἐκδύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γδύνω | γδύνεις | γδύνει | γδύνουμε | γδύνετε | γδύνουν / γδύνουνε |
| Παρατατικός | έγδυνα | έγδυνες | έγδυνε | γδύναμε | γδύνατε | έγδυναν / γδύναν / γδύνανε |
| Αόριστος | έγδυσα | έγδυσες | έγδυσε | γδύσαμε | γδύσατε | έγδυσαν / γδύσαν / γδύσανε |
| Μέλλοντας | θα γδύνω / θα γδύσω | θα γδύνεις / θα γδύσεις | θα γδύνει / θα γδύσει | θα γδύνουμε / θα γδύσουμε | θα γδύνετε / θα γδύσετε | θα γδύνουν / θα γδύνουνε / θα γδύσουν / θα γδύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γδύσει | έχεις γδύσει | έχει γδύσει | έχουμε γδύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γδύσει | είχες γδύσει | είχε γδύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γδύσει / να γδύνω / να γδύσω | να έχεις γδύσει / να γδύνεις / να γδύσεις | να έχει γδύσει / να γδύνει / να γδύσει | να έχουμε γδύσει / να γδύνουμε / να γδύσουμε | να γδύνετε / να γδύσετε | να γδύνουν / να γδύνουνε / να γδύσουν / να γδύσουνε |
| Προστακτική | — | γδύνε / γδύσε | — | — | γδύνετε / γδύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →