Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γδύνω

ρήμα
•
  1. βγάζω τα ρούχα κάποιου, τον ξεντύνω Βικιλεξικό
    • Εκεί μας έγδυσαν τελείως για να μας ψάξουνε. Όπως ήμασταν γδυτοί, μας ψάχνανε τα ρούχα. (Λάμπρος Τόκας, Τα παιδιά του Φλεβάρη, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  2. μεταφορικάκλέβω άνθρωπο ή χώρο Βικιλεξικό
  3. πουλάω κάτι σε υπερβολική τιμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γδύνω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἐκδύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγδύνωγδύνειςγδύνειγδύνουμεγδύνετεγδύνουν / γδύνουνε
Παρατατικόςέγδυναέγδυνεςέγδυνεγδύναμεγδύνατεέγδυναν / γδύναν / γδύνανε
Αόριστοςέγδυσαέγδυσεςέγδυσεγδύσαμεγδύσατεέγδυσαν / γδύσαν / γδύσανε
Μέλλονταςθα γδύνω / θα γδύσωθα γδύνεις / θα γδύσειςθα γδύνει / θα γδύσειθα γδύνουμε / θα γδύσουμεθα γδύνετε / θα γδύσετεθα γδύνουν / θα γδύνουνε / θα γδύσουν / θα γδύσουνε
Παρακείμενοςέχω γδύσειέχεις γδύσειέχει γδύσειέχουμε γδύσει——
Υπερσυντέλικοςείχα γδύσειείχες γδύσειείχε γδύσει———
Υποτακτικήνα έχω γδύσει / να γδύνω / να γδύσωνα έχεις γδύσει / να γδύνεις / να γδύσειςνα έχει γδύσει / να γδύνει / να γδύσεινα έχουμε γδύσει / να γδύνουμε / να γδύσουμενα γδύνετε / να γδύσετενα γδύνουν / να γδύνουνε / να γδύσουν / να γδύσουνε
Προστακτική—γδύνε / γδύσε——γδύνετε / γδύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →