γειτονιά
•
- το σύνολο από γειτονικά σπίτια, το οποίο αποτελεί τμήμα της συνοικίας Βικιλεξικό
- Πιο κάτω, στην οδό Π. Τσαλδάρη 34, ένα από τα ωραία μικρά σπίτια της γειτονιάς με μια εξώθυρα που σε κάνει να σταματήσεις και να τη θαυμάσεις, έχει βάλει αγγελτήριο ανέγερσης νέας οικοδομής.
- συνεκδοχικάτο σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν σε γειτονικά σπίτια Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὰ συχαρίκια, [διήγημα], (1894) @papadiamantis.org, (Τὰ συχαρίκια στη Βικιθήκη)
- μεταφορικάτο σύνολο όμορων χωρών Βικιλεξικό
- σε γενικήτης γειτονιάς : περιφερειακός, συνοικιακός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γειτονιά < αρχαία ελληνική γειτονία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γειτονιά | γειτονιές |
| Γενική | γειτονιάς | γειτονιών |
| Αιτιατική | γειτονιά | γειτονιές |
| Κλητική | γειτονιά | γειτονιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →