γελάδα
•
- η αγελάδα Βικιλεξικό
- Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο, επιμέλεια Ιωάννης Χασιώτης, Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, Παρατηρητής, 1997, σελ. 407)
- μεταφορικάανόητη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γελάδα < αγελάδα, χωρίς το αρχικό άτονο φωνήεν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γελάδα | γελάδες |
| Γενική | γελάδας | γελάδων |
| Αιτιατική | γελάδα | γελάδες |
| Κλητική | γελάδα | γελάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →