Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γελάδα

/ʝeˈla.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αγελάδα Βικιλεξικό
    • Πολλές φορές όταν κάθομαι στο μπαλκόνι προσπαθώ να γίνω παρατηρητής των μελλοντικών χρόνων. Εγώ θα 'μαι ένας κωλόγερος των ογδόντα. Θα κάθομαι εδώ, στην ίδια θέση. Η γελάδα απέναντι θα 'χει πεθάνει. Το ρέμα θα 'χει σκεπαστεί και θα 'χει γίνει ένας απαίσιος σε κίνηση γκρίζος δρόμος. (Συλλογικό έργο, επιμέλεια Ιωάννης Χασιώτης, Τοις αγαθοίς βασιλεύουσα: Θεσσαλονίκη, ιστορία και πολιτισμός, Παρατηρητής, 1997, σελ. 407)
  2. μεταφορικάανόητη γυναίκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γελάδα < αγελάδα, χωρίς το αρχικό άτονο φωνήεν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγελάδαγελάδες
Γενικήγελάδαςγελάδων
Αιτιατικήγελάδαγελάδες
Κλητικήγελάδαγελάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →