γελοιοποιούμαι
•
- Γίνομαι περίγελος, φαίνομαι γελοίος, εξευτελίζομαι Βικιλεξικό
- Μετά και το τελευταίο σκάνδαλο, γελοιοποιήθηκε κάθε έννοια αξιοκρατίας στο δημόσιο.
Ετυμολογία
γελοιοποιούμαι < παθητική φωνή του γελοιοποιώ < γελοίος + ποιώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →