γεμιστήρας
•
- θήκη με φυσίγγια που τοποθετείται σε επαναληπτικό όπλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεμιστήρας < (γεμίζω) γεμισ- + -τήρας (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική chargeoir)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεμιστήρας | γεμιστήρες |
| Γενική | γεμιστήρα | γεμιστήρων |
| Αιτιατική | γεμιστήρα | γεμιστήρες |
| Κλητική | γεμιστήρα | γεμιστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →