Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γενεακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη γενεά / γενιά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γενεακός < γενεά + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγενεακόςγενεακήγενεακό
Γενικήγενεακούγενεακήςγενεακού
Αιτιατικήγενεακόγενεακήγενεακό
Κλητικήγενεακέγενεακήγενεακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγενεακοίγενεακέςγενεακά
Γενικήγενεακώνγενεακώνγενεακών
Αιτιατικήγενεακούςγενεακέςγενεακά
Κλητικήγενεακοίγενεακέςγενεακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →