γενεακός
•
- που έχει σχέση με τη γενεά / γενιά ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γενεακός < γενεά + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενεακός | γενεακή | γενεακό |
| Γενική | γενεακού | γενεακής | γενεακού |
| Αιτιατική | γενεακό | γενεακή | γενεακό |
| Κλητική | γενεακέ | γενεακή | γενεακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γενεακοί | γενεακές | γενεακά |
| Γενική | γενεακών | γενεακών | γενεακών |
| Αιτιατική | γενεακούς | γενεακές | γενεακά |
| Κλητική | γενεακοί | γενεακές | γενεακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →