γενιτσαρισμός
•
- ιστορίαη στρατολόγηση γενιτσάρων Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμπεριφορά και ενέργειες που περιέχουν το στοιχείο του φανατισμού, της μισαλλοδοξίας και της αντεκδίκησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γενιτσαρισμός < γενίτσαρ(ος) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γενιτσαρισμός | γενιτσαρισμοί |
| Γενική | γενιτσαρισμού | γενιτσαρισμών |
| Αιτιατική | γενιτσαρισμό | γενιτσαρισμούς |
| Κλητική | γενιτσαρισμέ | γενιτσαρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →