γενίτσαρος
•
- ιστορίαστρατιώτης του οθωμανικού πεζικού, που ανήκε σε επίλεκτο σώμα που το συγκροτούσαν απαχθέντες εξισλαμισμένοι Χριστιανοί σε μικρή ηλικία (δείτε και παιδομάζωμα) Βικιλεξικό
- επίθεση γενιτσάρων
- μεταφορικάκάποιος που συμπεριφέρεται και ενεργεί με φανατισμό, βία, μισαλλοδοξία και αντεκδίκηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γενίτσαρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γενίτσαρος / γιανίτσαρος < οθωμανική τουρκική یڭیچری (τουρκική yeniçeri / yaniçari) < یڭی (yeñi), yeni (νέος) + چری (çeri), çeri (στρατιώτης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γενίτσαρος | γενίτσαροι |
| Γενική | γενίτσαρου / γενιτσάρου | γενίτσαρων / γενιτσάρων |
| Αιτιατική | γενίτσαρο | γενίτσαρους / γενιτσάρους |
| Κλητική | γενίτσαρε | γενίτσαροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →