γερογκρινιάρης
•
- για ηλικιωμένο άτομοπου γκρινιάζει συνεχώς Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου γκρινιάζει συνεχώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γερογκρινιάρης < γερο- (γέρος) + γκρινιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γερογκρινιάρης | γερογκρινιάρα / γερογκρινιάρη | γερογκρινιάρικο / γερογκρινιάρο |
| Γενική | γερογκρινιάρη | γερογκρινιάρας | γερογκρινιάρικου |
| Αιτιατική | γερογκρινιάρη | γερογκρινιάρα | γερογκρινιάρικο |
| Κλητική | γερογκρινιάρη | γερογκρινιάρα | γερογκρινιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γερογκρινιάρηδες | γερογκρινιάρες | γερογκρινιάρικα |
| Γενική | γερογκρινιάρηδων | — | γερογκρινιάρικων |
| Αιτιατική | γερογκρινιάρηδες | γερογκρινιάρες | γερογκρινιάρικα |
| Κλητική | γερογκρινιάρηδες | γερογκρινιάρες | γερογκρινιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →