Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γερογκρινιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ηλικιωμένο άτομοπου γκρινιάζει συνεχώς Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου γκρινιάζει συνεχώς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γερογκρινιάρης < γερο- (γέρος) + γκρινιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγερογκρινιάρηςγερογκρινιάρα / γερογκρινιάρηγερογκρινιάρικο / γερογκρινιάρο
Γενικήγερογκρινιάρηγερογκρινιάραςγερογκρινιάρικου
Αιτιατικήγερογκρινιάρηγερογκρινιάραγερογκρινιάρικο
Κλητικήγερογκρινιάρηγερογκρινιάραγερογκρινιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγερογκρινιάρηδεςγερογκρινιάρεςγερογκρινιάρικα
Γενικήγερογκρινιάρηδων—γερογκρινιάρικων
Αιτιατικήγερογκρινιάρηδεςγερογκρινιάρεςγερογκρινιάρικα
Κλητικήγερογκρινιάρηδεςγερογκρινιάρεςγερογκρινιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →