Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεροπαράξενος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ηλικιωμένο άτομοπου έχει πολλές παράξενες ή ιδιότροπες συμπεριφορές Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηιδιότροπος και παράξενος οποιασδήποτε ηλικίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεροπαράξενος < γερο- (γέρος) + παράξενος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεροπαράξενοςγεροπαράξενηγεροπαράξενο
Γενικήγεροπαράξενουγεροπαράξενηςγεροπαράξενου
Αιτιατικήγεροπαράξενογεροπαράξενηγεροπαράξενο
Κλητικήγεροπαράξενεγεροπαράξενηγεροπαράξενο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεροπαράξενοιγεροπαράξενεςγεροπαράξενα
Γενικήγεροπαράξενωνγεροπαράξενωνγεροπαράξενων
Αιτιατικήγεροπαράξενουςγεροπαράξενεςγεροπαράξενα
Κλητικήγεροπαράξενοιγεροπαράξενεςγεροπαράξενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →