γεροντομπασμένος
•
- που έχει μπει στη γεροντική ηλικία, έχει φτάσει σ’ αυτήν Βικιλεξικό
- που μοιάζει με γέρο ή είναι καχεκτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεροντομπασμένος < γεροντο- + μπασμένος
Άλλοι τύποι
γεροντομπασμέναγεροντομπασμένεγεροντομπασμένεςγεροντομπασμένηγεροντομπασμένηςγεροντομπασμένογεροντομπασμένοιγεροντομπασμένοςγεροντομπασμένουγεροντομπασμένουςγεροντομπασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →