Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεροντομπασμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει μπει στη γεροντική ηλικία, έχει φτάσει σ’ αυτήν Βικιλεξικό
  2. που μοιάζει με γέρο ή είναι καχεκτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεροντομπασμένος < γεροντο- + μπασμένος

Άλλοι τύποι

γεροντομπασμέναγεροντομπασμένεγεροντομπασμένεςγεροντομπασμένηγεροντομπασμένηςγεροντομπασμένογεροντομπασμένοιγεροντομπασμένοςγεροντομπασμένουγεροντομπασμένουςγεροντομπασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →