μπαίνω
•
- εισέρχομαι μέσα σε κάτι, σε έναν χώρο, τόπο, πράγμα Βικιλεξικό
- για υφάσματαμικραίνω Βικιλεξικό
- μην πλένεις τα μάλλινα με ζεστό νερό γιατί μπαίνουν
Ετυμολογία
μπαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπαίνω < ἐμπαίνω με αποβολή του αρχικού [e] < αρχαία ελληνική ἐμβαίνω (που προφερόταν με [mb] < ἐν + βαίνω. Διαφορετικό το μπάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μπαίνω | μπαίνεις | μπαίνει | μπαίνουμε | μπαίνετε | μπαίνουν / μπαίνουνε |
| Παρατατικός | έμπαινα | έμπαινες | έμπαινε | μπαίναμε | μπαίνατε | έμπαιναν / μπαίναν / μπαίνανε |
| Αόριστος | μπήκα | μπήκες | μπήκε | μπήκαμε | μπήκατε | μπήκαν / μπήκανε |
| Μέλλοντας | θα μπαίνω / θα μπω | θα μπαίνεις / θα μπεις | θα μπαίνει / θα μπει | θα μπαίνουμε / θα μπούμε | θα μπαίνετε / θα μπείτε | θα μπαίνουν / θα μπαίνουνε / θα μπουν |
| Παρακείμενος | έχω μπει | έχεις μπει | έχει μπει | έχουμε μπει | έχετε μπει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μπει | είχες μπει | είχε μπει | είχαμε μπει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μπει / να μπαίνω / να μπω | να έχεις μπει / να μπαίνεις / να μπεις | να έχει μπει / να μπαίνει / να μπει | να έχουμε μπει / να μπαίνουμε / να μπούμε | να έχετε μπει / να μπαίνετε / να μπείτε | να μπαίνουν / να μπαίνουνε / να μπουν |
| Προστακτική | — | έμπα / έμπαινε / μπαίνε / μπες | — | — | μπαίνετε / μπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →