γευματίζω
•
- παίρνω ένα γεύμα, τρώω Βικιλεξικό
- κάθομαι σε γεύμα μαζί με άλλους, στο πλαίσιο της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γευματίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γευματίζω | γευματίζεις | γευματίζει | γευματίζουμε | γευματίζετε | γευματίζουν / γευματίζουνε |
| Παρατατικός | γευμάτιζα | γευμάτιζες | γευμάτιζε | γευματίζαμε | γευματίζατε | γευμάτιζαν / γευματίζαν / γευματίζανε |
| Αόριστος | γευμάτισα | γευμάτισες | γευμάτισε | γευματίσαμε | γευματίσατε | γευμάτισαν / γευματίσαν / γευματίσανε |
| Μέλλοντας | θα γευματίζω / θα γευματίσω | θα γευματίζεις / θα γευματίσεις | θα γευματίζει / θα γευματίσει | θα γευματίζουμε / θα γευματίσουμε | θα γευματίζετε / θα γευματίσετε | θα γευματίζουν / θα γευματίζουνε / θα γευματίσουν / θα γευματίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γευματίσει | έχεις γευματίσει | έχει γευματίσει | έχουμε γευματίσει | έχετε γευματίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γευματίσει | είχες γευματίσει | είχε γευματίσει | είχαμε γευματίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γευματίσει / να γευματίζω / να γευματίσω | να έχεις γευματίσει / να γευματίζεις / να γευματίσεις | να έχει γευματίσει / να γευματίζει / να γευματίσει | να έχουμε γευματίσει / να γευματίζουμε / να γευματίσουμε | να έχετε γευματίσει / να γευματίζετε / να γευματίσετε | να γευματίζουν / να γευματίζουνε / να γευματίσουν / να γευματίσουνε |
| Προστακτική | — | γευμάτιζε / γευμάτισε | — | — | γευματίζετε / γευματίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →