γεύση
•
- μία από τις πέντε αισθήσεις, με την οποία αντιλαμβανόμαστε την ποιότητα των τροφών και των υγρών στο στόμα ανάλογα με τον τρόπο που ερεθίζουν τη γλώσσα Βικιλεξικό
- η εντύπωση που δημιουργεί στη γλώσσα κάτι που τρώμε Βικιλεξικό
- η γλώσσα έχει υποδοχείς για τις πέντε βασικές γεύσεις, το γλυκό, το πικρό, το ξινό, το αλμυρό και το ουμάμι
- έχει γλυκιά γεύση
- μεταφορικάη ευχάριστη ή δυσάρεστη εντύπωση που αφήνει κάτι που ζούμε Βικιλεξικό
- μου άφησε πολύ άσχημη γεύση
Ετυμολογία
γεύση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γεῦ(σις) + -ση < γεύομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γεύση | γεύσεις |
| Γενική | γεύσης | γεύσεων |
| Αιτιατική | γεύση | γεύσεις |
| Κλητική | γεύση | γεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →