Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωγράφος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωγραφίαο επιστήμονας που μελετά τα φυσικά χαρακτηριστικά ενός τόπου και/ή τις ανθρώπινες δραστηριότητες και την οικονομία ενός τόπου· ο ειδικός στη γεωγραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γεωγράφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γεωγράφος < γεω- (γῆ) + -γράφος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγεωγράφοςγεωγράφοι
Γενικήγεωγράφουγεωγράφων
Αιτιατικήγεωγράφογεωγράφους
Κλητικήγεωγράφεγεωγράφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →