Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γεωστρατηγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη γεωστρατηγική ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
    • Ο τραμπισμός στα δεξιά και η «πολιτική ορθότητα» στα αριστερά έχουν καταστρέψει την πάλαι ποτέ γεωστρατηγική συναίνεση (Δημήτρης Καιρίδης, Κωνσταντίνος Φίλης, Ανατολική Μεσόγειος: Ολική επαναφορά - Ιστορία και γεωστρατηγική μιας αναδυόμενης περιοχής, εκδ. Πατάκης, 2023)
    • Χωρίς τη γεωστρατηγική σημασία του άξονα Βαλκάνια-Μέση και Εγγύς Ανατολή, οι οποιεσδήποτε πολιτισμικές διαφορές δεν θα αρκούσαν για να οδηγήσουν στις ανθρώπινες εκατόμβες της Μπάνια Λούκα και του Σαράγεβο, στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, στη διαρκή ένταση στο Κόσοβο και, εντέλει, στην αποσταθεροποίηση του ευρύτερου χώρου των Βαλκανίων και της Παρευξείνιας Ζώνης, ανατολικά της διαχωριστικής γραμμής του Wallace. (Ν. Β. Δόικος, Σύγκρουση πολιτισμών ή «πολιτισμός» της σύγκρουσης, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008)

Ετυμολογία

γεωστρατηγικός < γεω- + στρατηγικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική geostrategic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική géostratégique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωστρατηγικόςγεωστρατηγικήγεωστρατηγικό
Γενικήγεωστρατηγικούγεωστρατηγικήςγεωστρατηγικού
Αιτιατικήγεωστρατηγικόγεωστρατηγικήγεωστρατηγικό
Κλητικήγεωστρατηγικέγεωστρατηγικήγεωστρατηγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγεωστρατηγικοίγεωστρατηγικέςγεωστρατηγικά
Γενικήγεωστρατηγικώνγεωστρατηγικώνγεωστρατηγικών
Αιτιατικήγεωστρατηγικούςγεωστρατηγικέςγεωστρατηγικά
Κλητικήγεωστρατηγικοίγεωστρατηγικέςγεωστρατηγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →