Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στρατός

/stɾaˈtos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςσύνολο ενόπλων δυνάμεων που ενεργούν σε κάποια περιοχή Βικιλεξικό
    • Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτάνου Μωάμεθ Β', μόνο τότε η Δύση θα κατανοήσει το μέγεθος της καταστροφής και της απειλής κατά της καθολικής τώρα χριστιανοσύνης. (Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, σελ. 53)
  2. στρατιωτικός όροςτο σύνολο των ένοπλων δυνάμεων κάθε κράτους αναγνωρισμένου από την διεθνή κοινότητα Βικιλεξικό
  3. το σύνολο των ένοπλων δυνάμεων συνασπισμένων κρατών σε συμμαχία Βικιλεξικό
  4. ειδικότεραμόνο οι ένοπλες δυνάμεις ξηράς (πεζικό, πυροβολικό, τεθωρακισμένα - ιππικό), σε αντιδιαστολή με το πολεμικό ναυτικό και την πολεμική αεροπορία Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάμεγάλο πλήθος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στρατός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στρατός :* για τη σημασία «μεγάλο πλήθος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική armée

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήστρατόςστρατοί
Γενικήστρατούστρατών
Αιτιατικήστρατόστρατούς
Κλητικήστρατέστρατοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →