Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γηγενής

/ʝi.ʝeˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει γεννηθεί στη γη που κατοικεί, ο ιθαγενής, ο ντόπιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γηγενής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γηγενής < γῆ +-γενής (θέμα γεν- < γίγνομαι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγηγενήςγηγενήςγηγενές
Γενικήγηγενούςγηγενούςγηγενούς
Αιτιατικήγηγενήγηγενήγηγενές
Κλητικήγηγενή / γηγενήςγηγενήςγηγενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγηγενείςγηγενείςγηγενή
Γενικήγηγενώνγηγενώνγηγενών
Αιτιατικήγηγενείςγηγενείςγηγενή
Κλητικήγηγενείςγηγενείςγηγενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →