γητευτής
•
- που μαγεύει, που γητεύει (τα άγρια θηρία κυρίως) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γητευτής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γητευτής < γητεύ(ω) + -της
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γητευτής | γητευτές |
| Γενική | γητευτή | γητευτών |
| Αιτιατική | γητευτή | γητευτές |
| Κλητική | γητευτή | γητευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →