για να
•
- σύνδεσμος που δηλώνει Βικιλεξικό
- σκοπό Βικιλεξικό
- Ήρθα, για να μιλήσουμε. ≈ συνώνυμα: με σκοπό να
- Δεν ήξερα ότι θα ήσουν κι εσύ, για να ερχόμουν.
- αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- Κάτι ήξερε, για να μη μας πει τίποτε.
- αιτία Βικιλεξικό
- Για να μην ήρθε, κάτι είχε πάθει.
- χρόνο Βικιλεξικό
- Ήθελε πολλή ώρα, για να ετοιμαστεί.
Ετυμολογία
για να < (κληρονομημένο) καθαρεύουσα διὰ νά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διὰ νά → δείτε για και να
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →