Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

για να

/ʝa‿na/σύνδεσμος
•
  1. σύνδεσμος που δηλώνει Βικιλεξικό
  2. σκοπό Βικιλεξικό
    • Ήρθα, για να μιλήσουμε. ≈ συνώνυμα: με σκοπό να
    • Δεν ήξερα ότι θα ήσουν κι εσύ, για να ερχόμουν.
  3. αποτέλεσμα Βικιλεξικό
    • Κάτι ήξερε, για να μη μας πει τίποτε.
  4. αιτία Βικιλεξικό
    • Για να μην ήρθε, κάτι είχε πάθει.
  5. χρόνο Βικιλεξικό
    • Ήθελε πολλή ώρα, για να ετοιμαστεί.

Ετυμολογία

για να < (κληρονομημένο) καθαρεύουσα διὰ νά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διὰ νά → δείτε για και να

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →