γιακάς
•
- ενδυμασίατο τμήμα του ρούχου που βρίσκεται γύρω από το λαιμό Βικιλεξικό
- παλιά οι γιαγιάδες κολλάρανε τους γιακάδες με ζάχαρη για να είναι πιο εμφανίσιμοι
- το πέτο (σε ρούχα όπως το σακκάκι, όπου ο γιακάς αποτελείται από το ίδιο κομμάτι υφάσματος με το πέτο) Βικιλεξικό
- τον έπιασε από το γιακά
- ναυτικός όροςη πάνω διπλωμένη πλευρά του ιστίου (πανιού) προς ενίσχυσή του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιακάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική yaka + -ς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιακάς | γιακάδες |
| Γενική | γιακά | γιακάδων |
| Αιτιατική | γιακά | γιακάδες |
| Κλητική | γιακά | γιακάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →