Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιαουρτώνω

/ʝa.urˈto.no/ρήμα
•
  1. εκσφενδονίζω γιαούρτι εναντίον κάποιου με σκοπό να τον μειώσω ηθικά, να τον προσβάλω Βικιλεξικό
    • Το γιαούρτωμα ως αντίδραση. Το φαινόμενο να γιαουρτώνονται άτομα ξεκίνησε από νεαρά άτομα, τα οποία κατάγονταν από πλούσιες οικογένειες. Οι πρώτοι πυρήνες των νέων που γιαούρτωναν εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 στην Αθήνα, σε περιοχές όπως η Κυψέλη, το Θησείο και το Μεταξουργείο. (*)

Ετυμολογία

γιαουρτώνω < γιαούρτι + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγιαουρτώνωγιαουρτώνειςγιαουρτώνειγιαουρτώνουμεγιαουρτώνετεγιαουρτώνουν / γιαουρτώνουνε
Παρατατικόςγιαούρτωναγιαούρτωνεςγιαούρτωνεγιαουρτώναμεγιαουρτώνατεγιαουρτώναν / γιαουρτώνανε / γιαούρτωναν
Αόριστοςγιαούρτωσαγιαούρτωσεςγιαούρτωσεγιαουρτώσαμεγιαουρτώσατεγιαουρτώσαν / γιαουρτώσανε / γιαούρτωσαν
Μέλλονταςθα γιαουρτώνω / θα γιαουρτώσωθα γιαουρτώνεις / θα γιαουρτώσειςθα γιαουρτώνει / θα γιαουρτώσειθα γιαουρτώνουμε / θα γιαουρτώσουμεθα γιαουρτώνετε / θα γιαουρτώσετεθα γιαουρτώνουν / θα γιαουρτώνουνε / θα γιαουρτώσουν / θα γιαουρτώσουνε
Παρακείμενοςέχω γιαουρτώσειέχεις γιαουρτώσειέχει γιαουρτώσειέχουμε γιαουρτώσειέχετε γιαουρτώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γιαουρτώσειείχες γιαουρτώσειείχε γιαουρτώσειείχαμε γιαουρτώσει——
Υποτακτικήνα έχω γιαουρτώσει / να γιαουρτώνω / να γιαουρτώσωνα έχεις γιαουρτώσει / να γιαουρτώνεις / να γιαουρτώσειςνα έχει γιαουρτώσει / να γιαουρτώνει / να γιαουρτώσεινα έχουμε γιαουρτώσει / να γιαουρτώνουμε / να γιαουρτώσουμενα έχετε γιαουρτώσει / να γιαουρτώνετε / να γιαουρτώσετενα γιαουρτώνουν / να γιαουρτώνουνε / να γιαουρτώσουν / να γιαουρτώσουνε
Προστακτική—γιαούρτωνε / γιαούρτωσε——γιαουρτώνετε / γιαουρτώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →