γιαουρτώνω
•
- εκσφενδονίζω γιαούρτι εναντίον κάποιου με σκοπό να τον μειώσω ηθικά, να τον προσβάλω Βικιλεξικό
- Το γιαούρτωμα ως αντίδραση. Το φαινόμενο να γιαουρτώνονται άτομα ξεκίνησε από νεαρά άτομα, τα οποία κατάγονταν από πλούσιες οικογένειες. Οι πρώτοι πυρήνες των νέων που γιαούρτωναν εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950 στην Αθήνα, σε περιοχές όπως η Κυψέλη, το Θησείο και το Μεταξουργείο. (*)
Ετυμολογία
γιαουρτώνω < γιαούρτι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γιαουρτώνω | γιαουρτώνεις | γιαουρτώνει | γιαουρτώνουμε | γιαουρτώνετε | γιαουρτώνουν / γιαουρτώνουνε |
| Παρατατικός | γιαούρτωνα | γιαούρτωνες | γιαούρτωνε | γιαουρτώναμε | γιαουρτώνατε | γιαουρτώναν / γιαουρτώνανε / γιαούρτωναν |
| Αόριστος | γιαούρτωσα | γιαούρτωσες | γιαούρτωσε | γιαουρτώσαμε | γιαουρτώσατε | γιαουρτώσαν / γιαουρτώσανε / γιαούρτωσαν |
| Μέλλοντας | θα γιαουρτώνω / θα γιαουρτώσω | θα γιαουρτώνεις / θα γιαουρτώσεις | θα γιαουρτώνει / θα γιαουρτώσει | θα γιαουρτώνουμε / θα γιαουρτώσουμε | θα γιαουρτώνετε / θα γιαουρτώσετε | θα γιαουρτώνουν / θα γιαουρτώνουνε / θα γιαουρτώσουν / θα γιαουρτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γιαουρτώσει | έχεις γιαουρτώσει | έχει γιαουρτώσει | έχουμε γιαουρτώσει | έχετε γιαουρτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γιαουρτώσει | είχες γιαουρτώσει | είχε γιαουρτώσει | είχαμε γιαουρτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γιαουρτώσει / να γιαουρτώνω / να γιαουρτώσω | να έχεις γιαουρτώσει / να γιαουρτώνεις / να γιαουρτώσεις | να έχει γιαουρτώσει / να γιαουρτώνει / να γιαουρτώσει | να έχουμε γιαουρτώσει / να γιαουρτώνουμε / να γιαουρτώσουμε | να έχετε γιαουρτώσει / να γιαουρτώνετε / να γιαουρτώσετε | να γιαουρτώνουν / να γιαουρτώνουνε / να γιαουρτώσουν / να γιαουρτώσουνε |
| Προστακτική | — | γιαούρτωνε / γιαούρτωσε | — | — | γιαουρτώνετε / γιαουρτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →