Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιασεμί

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λουλούδιαναρριχώμενος θάμνος του γένους Ίασμος, αγγειόσπερμων δικότυλων θαμνωδών καλλωπιστικών φυτών, της οικογένεια των Ελαιοειδών (Oleaceae). Συνήθως αειθαλή (αλλά και φυλλοβόλο) με μικρά άσπρα ή κίτρινα ευωδιαστά λουλούδια Βικιλεξικό
    • χιώτικο γιασεμί
    • Για έντονη ανθοφορία και άρωμα, προτείνεται το γιασεμί, χιώτικο και αράπικο, καθώς και το ρυγχόσπερμο. (* εφημερίδα Το Βήμα)
    • Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασεμιά. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
  2. προσφώνησηπροσφώνηση αγαπημένου προσώπου Βικιλεξικό
    • Το γιασεμί στην πόρτα σου, γιασεμί μου, ήρθα να το κλαδέψω, / και νόμισε η μάνα σου, γιασεμί μου, πως ήρθα να σε κλέψω. (Από δημοτικό τραγούδι)

Ετυμολογία

γιασεμί < (άμεσο δάνειο) τουρκική yasemin < αραβική ياسمين (yāsamīn) < περσική یاسمین (yâsamin) / یاسمن (yâsama) < μέση περσική yʾsmn' (yāsaman)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγιασεμίγιασεμιά
Γενικήγιασεμιούγιασεμιών
Αιτιατικήγιασεμίγιασεμιά
Κλητικήγιασεμίγιασεμιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →