Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιάσμινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ίασμο ή βγαίνει απ' αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιάσμινος < ελληνιστική κοινή ἰάσμινος < ἰάσμη + -ινος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιάσμινοςιάσμινηιάσμινο
Γενικήιάσμινουιάσμινηςιάσμινου
Αιτιατικήιάσμινοιάσμινηιάσμινο
Κλητικήιάσμινειάσμινηιάσμινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιάσμινοιιάσμινεςιάσμινα
Γενικήιάσμινωνιάσμινωνιάσμινων
Αιτιατικήιάσμινουςιάσμινεςιάσμινα
Κλητικήιάσμινοιιάσμινεςιάσμινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →