γιαταγάνι
•
- είδος πλατιού και καμπυλωτού σπαθιού, που χρησιμοποιούσαν στους πολέμους μουσουλμανικοί λαοί από τον 16ο ως τον 19ο αι. Βικιλεξικό
- ...παρά το μόνον που απέμενεν ως κέρδος ήταν η δυνατότητα να αφηγούνται κομπορρήμονες αὐτοὶ «παλικαράδες» τὰς σκιαμαχίας των τάχα μετὰ τῶν ὀπτασιῶν πού, ἂν καὶ ἄϋλοι, ἔφερον ἀπαραιτήτως πλουμιστὰ σαρίκια καὶ ἀστραφτερά γιαταγάνια (Ευγένιος Αρανίτσης, Ιστορίες που άρεσαν σε μερικούς ανθρώπους που ξέρω, εκδ. Ίκαρος, 1995, σελ. 44)
Ετυμολογία
γιαταγάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική yatağan < παλαιά τουρκική (ρίζα) yat- (σκύβω, γέρνω, απ’ όπου προκύπτουν και οι συγγενικές λέξεις yatmak (ξαπλώνω), yatak (κρεβάτι), yatay (οριζόντιος) κ.λπ.)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιαταγάνι | γιαταγάνια |
| Γενική | γιαταγανιού | γιαταγανιών |
| Αιτιατική | γιαταγάνι | γιαταγάνια |
| Κλητική | γιαταγάνι | γιαταγάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →