γιατρεύω
•
- θεραπεύω έναν ασθενή, τον κάνω καλά, του δίνω την υγεία του Βικιλεξικό
- μεταφορικάβοηθώ κάποιον να επουλώσει ένα ψυχικό τραύμα, μια συναισθηματική πληγή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιατρεύω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιατρεύω < αρχαία ελληνική ἰατρεύω με [ia] > [ʝa]
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γιατρεύω | γιατρεύεις | γιατρεύει | γιατρεύουμε | γιατρεύετε | γιατρεύουν / γιατρεύουνε |
| Παρατατικός | γιάτρευα | γιάτρευες | γιάτρευε | γιατρεύαμε | γιατρεύατε | γιάτρευαν / γιατρεύαν / γιατρεύανε |
| Αόριστος | γιάτρεψα | γιάτρεψες | γιάτρεψε | γιατρέψαμε | γιατρέψατε | γιάτρεψαν / γιατρέψαν / γιατρέψανε |
| Μέλλοντας | θα γιατρέψω / θα γιατρεύω | θα γιατρέψεις / θα γιατρεύεις | θα γιατρέψει / θα γιατρεύει | θα γιατρέψουμε / θα γιατρεύουμε | θα γιατρέψετε / θα γιατρεύετε | θα γιατρέψουν / θα γιατρέψουνε / θα γιατρεύουν / θα γιατρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω γιατρέψει | έχεις γιατρέψει | έχει γιατρέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γιατρέψει | είχες γιατρέψει | είχε γιατρέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γιατρέψει / να γιατρέψω / να γιατρεύω | να έχεις γιατρέψει / να γιατρέψεις / να γιατρεύεις | να έχει γιατρέψει / να γιατρέψει / να γιατρεύει | να γιατρέψουμε / να γιατρεύουμε | να γιατρέψετε / να γιατρεύετε | να γιατρέψουν / να γιατρέψουνε / να γιατρεύουν / να γιατρεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε γιατρεμένο / γιάτρευε / γιάτρεψε | — | — | γιατρέψτε / γιατρεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γιατρεύτηκαγιατρεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →