γιδίσιος
•
- σχετικός με το γίδι ή τη γίδα (κατσίκα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γιδίσιος < γίδ(α) + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γιδίσιος | γιδίσια | γιδίσιο |
| Γενική | γιδίσιου | γιδίσιας | γιδίσιου |
| Αιτιατική | γιδίσιο | γιδίσια | γιδίσιο |
| Κλητική | γιδίσιε | γιδίσια | γιδίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γιδίσιοι | γιδίσιες | γιδίσια |
| Γενική | γιδίσιων | γιδίσιων | γιδίσιων |
| Αιτιατική | γιδίσιους | γιδίσιες | γιδίσια |
| Κλητική | γιδίσιοι | γιδίσιες | γιδίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →