Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιορτή

/ʝoɾˈti/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ημέρα αφιερωμένη σε έναν άγιο ή σημαντικό θρησκευτικό, εθνικό ή προσωπικό γεγονός, η οποία συνοδεύεται από δημόσιες εκδηλώσεις ή κοινωνικές συγκεντρώσεις προς τιμήν αυτού του γεγονότος Βικιλεξικό
    • τα Χριστούγεννα και το Πάσχα είναι οι μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης
  2. η ονομαστική εορτή κάποιου, η ημέρα κατά την οποία τιμάται το θρησκευτικό γεγονός ή ο άγιος του οποίου το όνομα φέρει ο εορτάζων Βικιλεξικό
    • θα πάμε ανήμερα τα Χριστούγεννα στο Χρήστο να του ευχηθούμε για τη γιορτή του
  3. η εκδήλωση ή συγκέντρωση που γίνεται για να τιμηθεί ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός Βικιλεξικό
    • στη σχολική γιορτή για την 28η Οκτωβρίου διαβάστηκαν ποιήματα και δόθηκε μια μικρή θεατρική παράσταση
    • περάσαμε υπέροχα την Πρωτοχρονιά στη γιορτή του Βασίλη
  4. στον πληθυντικόοι γιορτές: το διάστημα που γιορτάζονται τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια Βικιλεξικό
    • φέτος στις γιορτές θα πάμε ταξίδι στο εξωτερικό

Ετυμολογία

γιορτή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιορτή < αρχαία ελληνική ἑορτή με τροπή του [eo] > ημίφωνο με φωνήεν [jo] > αρχικό [ʝ] πριν από φωνήεν (συνίζηση για αποφυγή χασμωδίας). Δείτε και γιατρός, Γιάννης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγιορτήγιορτές
Γενικήγιορτήςγιορτών
Αιτιατικήγιορτήγιορτές
Κλητικήγιορτήγιορτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →