γιορτή
•
- ημέρα αφιερωμένη σε έναν άγιο ή σημαντικό θρησκευτικό, εθνικό ή προσωπικό γεγονός, η οποία συνοδεύεται από δημόσιες εκδηλώσεις ή κοινωνικές συγκεντρώσεις προς τιμήν αυτού του γεγονότος Βικιλεξικό
- τα Χριστούγεννα και το Πάσχα είναι οι μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης
- η ονομαστική εορτή κάποιου, η ημέρα κατά την οποία τιμάται το θρησκευτικό γεγονός ή ο άγιος του οποίου το όνομα φέρει ο εορτάζων Βικιλεξικό
- θα πάμε ανήμερα τα Χριστούγεννα στο Χρήστο να του ευχηθούμε για τη γιορτή του
- η εκδήλωση ή συγκέντρωση που γίνεται για να τιμηθεί ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός Βικιλεξικό
- στη σχολική γιορτή για την 28η Οκτωβρίου διαβάστηκαν ποιήματα και δόθηκε μια μικρή θεατρική παράσταση
- περάσαμε υπέροχα την Πρωτοχρονιά στη γιορτή του Βασίλη
- στον πληθυντικόοι γιορτές: το διάστημα που γιορτάζονται τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά και τα Θεοφάνια Βικιλεξικό
- φέτος στις γιορτές θα πάμε ταξίδι στο εξωτερικό
Ετυμολογία
γιορτή < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιορτή < αρχαία ελληνική ἑορτή με τροπή του [eo] > ημίφωνο με φωνήεν [jo] > αρχικό [ʝ] πριν από φωνήεν (συνίζηση για αποφυγή χασμωδίας). Δείτε και γιατρός, Γιάννης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γιορτή | γιορτές |
| Γενική | γιορτής | γιορτών |
| Αιτιατική | γιορτή | γιορτές |
| Κλητική | γιορτή | γιορτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →