Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιορτιάτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. εορταστικός, εορτινός, γιορταστικός σχετικό με γιορτή Βικιλεξικό
  2. μέρα γιορτής, σε ατμόσφαιρα γιορτής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γιορτιάτικος < γιορτή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγιορτιάτικοςγιορτιάτικηγιορτιάτικο
Γενικήγιορτιάτικουγιορτιάτικηςγιορτιάτικου
Αιτιατικήγιορτιάτικογιορτιάτικηγιορτιάτικο
Κλητικήγιορτιάτικεγιορτιάτικηγιορτιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγιορτιάτικοιγιορτιάτικεςγιορτιάτικα
Γενικήγιορτιάτικωνγιορτιάτικωνγιορτιάτικων
Αιτιατικήγιορτιάτικουςγιορτιάτικεςγιορτιάτικα
Κλητικήγιορτιάτικοιγιορτιάτικεςγιορτιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →