γιόμα
•
- σημασία: μεσημεριανότο μεσημεριανό φαγητό Βικιλεξικό
- Αλί που γιόμα καρτερεί και δείπνο από γειτόνους! (Πολίτης, Νικόλαος, Παροιμίαι - Τόμος Γ΄, Εκδ. Πελεκάνος, 2015, σελ. 444 books.google)
- Κι ο δράκοντας [sic] ποκρίθηκε, τον τέτοιο λόγο λέει:
- σημασία: μεσημεριανότο κολατσιό πριν το μεσημεριανό φαγητό Βικιλεξικό
- σημασία: μεσημεριανότο μεσημέρι Βικιλεξικό
- Κάνει γραφή και στέλνει τη με το πουλί τ' αηδόνι.
- αλλοί που καρτερεί στα ξένα γιόματα, στα ξένα μεσημέρια (Παροιμία, kentrolaografias.gr)
- για ουράνια σώματατο μεσουράνημα, (για τον ήλιο) το σημείο του ουρανού όπου βρίσκεται ο ήλιος το μεσημέρι Βικιλεξικό
- όσο να σκάσει ο αυγερινός, να πάει η πούλια γιόμα (από δημοτικό τραγούδι)
Ετυμολογία
γιόμα < :* (για το γεύμα, μεσημέρι) (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γιόμα(ν) / γέμα(ν) < γεῦμα(v) < αρχαία ελληνική γεῦμα :* (για το μεσουράνημα) → δείτε τις λέξεις γιομίζω και γέμω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →