γκαζάκι
•
- υποκοριστικόμικρή συσκευή που λειτουργεί με φιάλη (υγρ)αερίου και χρησιμοποιείται για πρόχειρο μαγείρεμα ή βράσιμο ροφημάτων Βικιλεξικό
- συνήθως στον πληθυντικόαυτοσχέδιος εμπρηστικός μηχανισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαζάκι < γκάζ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαζάκι | γκαζάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | γκαζάκι | γκαζάκια |
| Κλητική | γκαζάκι | γκαζάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →