γκάζι
•
- φωταέριο Βικιλεξικό
- Τελείωσε το γκάζι.
- κατ’ επέκτασητο εργοστάσιο παραγωγής φωταερίου Βικιλεξικό
- Το πετάλι επιτάχυνσης του αυτοκινήτου. Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπίπληξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκάζι < (άμεσο δάνειο) γαλλική gaz < ολλανδική gaz < λατινική chaos < αρχαία ελληνική χάος (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκάζι | γκάζια |
| Γενική | γκαζιού | γκαζιών |
| Αιτιατική | γκάζι | γκάζια |
| Κλητική | γκάζι | γκάζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →