γκαζόζα
•
- αεριούχο αναψυκτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαζόζα < (άμεσο δάνειο) ιταλική gassosa :: ή < (άμεσο δάνειο) τουρκική gazoz + -α < ιταλική gassosa < gas < ολλανδική gaz < λατινική chaos < αρχαία ελληνική χάος (αντιδάνειο) ::ή gazzosa, θηλυκό του gassoso < gas < κ.λπ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαζόζα | γκαζόζες |
| Γενική | γκαζόζας | — |
| Αιτιατική | γκαζόζα | γκαζόζες |
| Κλητική | γκαζόζα | γκαζόζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →