γκαντέμης
•
- αυτός που προκαλεί κακή τύχη στους γύρω του Βικιλεξικό
- αυτός που δεν έχει τύχη, που όλα « του έρχονται στραβά » Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαντέμης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική قدم (τουρκική kadem (πόδι, βήμα, μεταφορικά: καλή τύχη) ειρωνικά, όπως το αντίθετου του με το δεξί (πόδι). Με ηχηροποίηση [k] > [ɡ] από συμπροφορά με το άρθρο (tonkademi > toŋɡadmi > ton ɡademi) < περσική قدم (qadam) < αραβική قَدَم (qadam, στη σημασία πόδι). Λιγότερο πιθανή η σύνδεση με την τουρκική kademsiz (χωρίς (-siz) τύχη). Η συσχέτιση με την αγγλική goddamn (κατάρα!), goddamned (θεοκατάρατος) είναι παρετυμολογική.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαντέμης | γκαντέμηδες |
| Γενική | γκαντέμη | γκαντέμηδων |
| Αιτιατική | γκαντέμη | γκαντέμηδες |
| Κλητική | γκαντέμη | γκαντέμηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →