γκαντεμιά
•
- γρουσουζιά, κακοτυχία, γκίνια, ατυχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκαντεμιά < γκαντέμης + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκαντεμιά | γκαντεμιές |
| Γενική | γκαντεμιάς | γκαντεμιών |
| Αιτιατική | γκαντεμιά | γκαντεμιές |
| Κλητική | γκαντεμιά | γκαντεμιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →