Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκεσέμι

/ɟeˈse.mi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μεταφορικάο μπροστάρης, ο πρωτοπόρος, ο ηγέτης Βικιλεξικό
    • η μόνη κίνηση που θα αποτελούσε αληθινή τομή και θα ανεδείκνυε έναν ηγέτη ως γκεσέμι και όχι ως συντελεστή στην παρακολούθηση του κοπαδιού ή/και των κοπαδοποιητικών γκάλοπ ... (από άρθρο του Α. Δ. Παπαγιανίδη, εφημερίδα Το Βήμα, Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2007)

Ετυμολογία

γκεσέμι < κεσέμι με τροπή του αρχικού k > g < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική كوسم (kösem) (τουρκική kösem) + κατάληξη ουδετέρων -ι.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγκεσέμιγκεσέμια
Γενικήγκεσεμιούγκεσεμιών
Αιτιατικήγκεσέμιγκεσέμια
Κλητικήγκεσέμιγκεσέμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →