μπροστάρης
•
- αυτός που τραβάει μπροστά και οι άλλοι τον ακολουθούν, ο οδηγός Βικιλεξικό
- μεταφορικάο ηγέτης, ο πρωτοπόρος Βικιλεξικό
- κριάρι ή τράγος που οδηγεί το κοπάδι προπορευόμενος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπροστάρης < μπροστ(ά) + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπροστάρης | μπροστάρηδες |
| Γενική | μπροστάρη | μπροστάρηδων |
| Αιτιατική | μπροστάρη | μπροστάρηδες |
| Κλητική | μπροστάρη | μπροστάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →