γκλιτσάρισμα
•
- διαδικτυακή αργκόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκλιτσάρω Βικιλεξικό
- Όποιος βρίσκει τυχόν γκλιτσαρίσματα μπορεί να τα αναφέρει στους ντεβέλοπερ, παρέχοντας τον τρόπο αναπαραγωγής του σφάλματος και συνεπώς να δοθεί ανταμοιβή.
Ετυμολογία
γκλιτσάρισμα < γκλιτσάρω + -ισμα < γκλιτς < (άμεσο δάνειο) αγγλική glitch
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκλιτσάρισμα | γκλιτσαρίσματα |
| Γενική | γκλιτσαρίσματος | γκλιτσαρισμάτων |
| Αιτιατική | γκλιτσάρισμα | γκλιτσαρίσματα |
| Κλητική | γκλιτσάρισμα | γκλιτσαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →