γκλιτσάρω
•
- διαδικτυακή αργκόχάνω την αναμενομένη μου λειτουργία, παθαίνω γκλιτς και δεν αποδίδω σωστά Βικιλεξικό
- Γκλίτσαρε ο άνθρωπος να πούμε, και δεν μπόρεσε να εκφραστεί!
Ετυμολογία
γκλιτσάρω < γκλιτς + -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική glitch
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκλιτσάρω | γκλιτσάρεις | γκλιτσάρει | γκλιτσάρουμε | γκλιτσάρετε | γκλιτσάρουν / γκλιτσάρουνε |
| Παρατατικός | γκλίτσαρα | γκλίτσαρες | γκλίτσαρε | γκλιτσάραμε | γκλιτσάρατε | γκλίτσαραν / γκλιτσάραν / γκλιτσάρανε |
| Αόριστος | γκλίτσαρα | γκλίτσαρες | γκλίτσαρε | γκλιτσάραμε | γκλιτσάρατε | γκλίτσαραν / γκλιτσάραν / γκλιτσάρανε |
| Μέλλοντας | θα γκλιτσάρω | θα γκλιτσάρεις | θα γκλιτσάρει | θα γκλιτσάρουμε | θα γκλιτσάρετε | θα γκλιτσάρουν / θα γκλιτσάρουνε |
| Παρακείμενος | έχω γκλιτσάρει | έχεις γκλιτσάρει | έχει γκλιτσάρει | έχουμε γκλιτσάρει | έχετε γκλιτσάρει | έχουν γκλιτσάρει |
| Υπερσυντέλικος | είχα γκλιτσάρει | είχες γκλιτσάρει | είχε γκλιτσάρει | είχαμε γκλιτσάρει | είχατε γκλιτσάρει | είχαν γκλιτσάρει |
| Υποτακτική | να έχω γκλιτσάρει / να γκλιτσάρω | να έχεις γκλιτσάρει / να γκλιτσάρεις | να έχει γκλιτσάρει / να γκλιτσάρει | να έχουμε γκλιτσάρει / να γκλιτσάρουμε | να έχετε γκλιτσάρει / να γκλιτσάρετε | να έχουν γκλιτσάρει / να γκλιτσάρουν / να γκλιτσάρουνε |
| Προστακτική | — | έχε γκλιτσαρισμένο / γκλίτσαρε | — | — | έχετε γκλιτσαρισμένο / γκλιτσάρετε / γκλιτσάρτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →