Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκομενικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει σχέση με τον γκόμενο ή την γκόμενα ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένογκομενικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκομενικός < γκόμενος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγκομενικόςγκομενικήγκομενικό
Γενικήγκομενικούγκομενικήςγκομενικού
Αιτιατικήγκομενικόγκομενικήγκομενικό
Κλητικήγκομενικέγκομενικήγκομενικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγκομενικοίγκομενικέςγκομενικά
Γενικήγκομενικώνγκομενικώνγκομενικών
Αιτιατικήγκομενικούςγκομενικέςγκομενικά
Κλητικήγκομενικοίγκομενικέςγκομενικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →