γκόμενος
•
- λαϊκότροποερωτικός σύντροφος, αυτός με τον οποίο, κάποια/ος έχει ερωτικές σχέσεις Βικιλεξικό
- λαϊκότροποο ωραίος άντρας Βικιλεξικό
- Περπατημένος, γκόμενος, διανοούμενος, χαρισματικός, δαιμόνιος, ζωηρός, εξωστρεφής, αλητάμπουρας τότε, «μεταμοντέρνος κύριος» τώρα, με τρόπους καλής κοινωνίας, μελετημένους ενδελεχώς (Αλέξης Σταμάτης, Κυριακή, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
γκόμενος < είτε από το γκόμενα, είτε από την ιταλική gommeno → δείτε περισσότερα στο γκόμενα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκόμενος | γκόμενοι |
| Γενική | γκόμενου | γκόμενων |
| Αιτιατική | γκόμενο | γκόμενους |
| Κλητική | γκόμενε | γκόμενοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →