γκρίζος
•
- που έχει το χρώμα της στάχτης, ανάμεσα στο μαύρο και το λευκό Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν έχει ζωντάνια κι ενδιαφέρον Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν είναι ξεκάθαρος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου φέρεται ύποπτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκρίζος < ιταλική grigio < οξιτανική < φραγκική *gris < πρωτο-γερμανική *grēwaz
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γκρίζος | γκρίζα | γκρίζο |
| Γενική | γκρίζου | γκρίζας | γκρίζου |
| Αιτιατική | γκρίζο | γκρίζα | γκρίζο |
| Κλητική | γκρίζε | γκρίζα | γκρίζο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γκρίζοι | γκρίζες | γκρίζα |
| Γενική | γκρίζων | γκρίζων | γκρίζων |
| Αιτιατική | γκρίζους | γκρίζες | γκρίζα |
| Κλητική | γκρίζοι | γκρίζες | γκρίζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →