γκρίνια
•
- τα συνεχή παράπονα, η εριστική διάθεση και συμπεριφορά Βικιλεξικό
- Το κοινό βέβαια ήταν κάπως ανομοιογενές, γιατί δίπλα στους «γιεγιέδες» καθόντουσαν οι δικοί μας βαρύθυμοι και όλο γκρίνια. (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκης, 2025)
Ετυμολογία
γκρίνια < είτε γκρινι(άζω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός), Συγκρίνετε με το ρήμα γκρινιάζω (μεσαιωνικό, και ιταλικής προέλευσης) : είτε κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική γκρίνια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκρίνια | γκρίνιες |
| Γενική | γκρίνιας | — |
| Αιτιατική | γκρίνια | γκρίνιες |
| Κλητική | γκρίνια | γκρίνιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →