μεμψιμοιρία
•
- η παθητική και μοιρολατρική αντιμετώπιση των γεγονότων με γκρίνια και παράπονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μεμψιμοιρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μεμψιμοιρία < μεμψίμοιρος (που κατηγορεί τη μοίρα) → δείτε τις λέξεις μέμφομαι και μοίρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μεμψιμοιρία | μεμψιμοιρίες |
| Γενική | μεμψιμοιρίας | μεμψιμοιριών |
| Αιτιατική | μεμψιμοιρία | μεμψιμοιρίες |
| Κλητική | μεμψιμοιρία | μεμψιμοιρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →