γκραϊντάρισμα
•
- διαδικτυακή αργκόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκραϊντάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκραϊντάρισμα < γκραϊντάρω + -ισμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκραϊντάρισμα | γκραϊνταρίσματα |
| Γενική | γκραϊνταρίσματος | γκραϊνταρισμάτων |
| Αιτιατική | γκραϊντάρισμα | γκραϊνταρίσματα |
| Κλητική | γκραϊντάρισμα | γκραϊνταρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →