γκραϊντάρω
•
- διαδικτυακή αργκόπαίζω παιχνίδι για πολλή ώρα, συνήθως με σκοπό να βελτιώσω τον χαρακτήρα μου αποκτώντας αντικείμενα των οποίων οι πιθανότητες απόκτησης (drop rates) είναι χαμηλές Βικιλεξικό
- Χρειάζεται να γκραϊντάρεις πολύ αν θέλεις να φτάσεις τον ήρωά σου στο επίπεδο 100.
- αργκόδουλεύω σκληρά Βικιλεξικό
- Όλη μέρα πέρασα γκραϊντάροντας στη δουλειά ρε φίλε.
Ετυμολογία
γκραϊντάρω < γκράιντ + κατάληξη -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική grind
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γκραϊντάρω | γκραϊντάρεις | γκραϊντάρει | γκραϊντάρουμε | γκραϊντάρετε | γκραϊντάρουν / γκραϊντάρουνε |
| Παρατατικός | γκράινταρα | γκράινταρες | γκράινταρε | γκραϊντάραμε | γκραϊντάρατε | γκράινταραν / γκραϊντάραν / γκραϊντάρανε |
| Μέλλοντας | θα γκραϊντάρω | θα γκραϊντάρεις | θα γκραϊντάρει | θα γκραϊντάρουμε | θα γκραϊντάρετε | θα γκραϊντάρουν / θα γκραϊντάρουνε |
| Υποτακτική | να γκραϊντάρω | να γκραϊντάρεις | να γκραϊντάρει | να γκραϊντάρουμε | να γκραϊντάρετε | να γκραϊντάρουν / να γκραϊντάρουνε |
| Προστακτική | — | γκραϊντάρετε | — | — | γκραϊντάρετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →