γκρινιάρης
•
- παιχνίδιείδος επιτραπέζιου παιχνιδιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκρινιάρης < γκρίν(ια) + -ιάρης και (ουσιαστικοποιημένο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκρινιάρα / γκρινιάρης / γκρινιάρικο | γκρινιάρες / γκρινιάρηδες / γκρινιάρικα |
| Γενική | γκρινιάρας / γκρινιάρη / γκρινιάρικου | γκρινιάρηδων / γκρινιάρικων |
| Αιτιατική | γκρινιάρα / γκρινιάρη / γκρινιάρικο | γκρινιάρες / γκρινιάρηδες / γκρινιάρικα |
| Κλητική | γκρινιάρα / γκρινιάρη / γκρινιάρικο | γκρινιάρες / γκρινιάρηδες / γκρινιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →