γκροτέσκο
•
- το χονδροειδές Βικιλεξικό
- γελοιογραφική υπερβολή, για να τονιστεί το κακό και το άσχημο Βικιλεξικό
- οτιδήποτε απαίσιο ή τρομακτικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκροτέσκο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου γκροτέσκος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →