γκρουπάρισμα
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γκρουπάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γκρουπάρισμα < γκρουπάρω + -ισμα < γκρουπ < γαλλική groupe < ιταλική gruppo < δημώδης λατινική *gruppo < φραγκική *kruppa < πρωτογερμανική *kruppaz < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *grewb- < *ger- (γυρίζω, στρέφω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γκρουπάρισμα | γκρουπαρίσματα |
| Γενική | γκρουπαρίσματος | γκρουπαρισμάτων |
| Αιτιατική | γκρουπάρισμα | γκρουπαρίσματα |
| Κλητική | γκρουπάρισμα | γκρουπαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →